Αρχική Κοινωνία Η ημέρα που γεννήθηκε και πέθανε ο σπουδαίος Βασίλης Τσιτσάνης

Η ημέρα που γεννήθηκε και πέθανε ο σπουδαίος Βασίλης Τσιτσάνης

0
Η ημέρα που γεννήθηκε και πέθανε ο σπουδαίος Βασίλης Τσιτσάνης

Αισθανόμουν ταπεινός, πιο μικρός από τους άλλους ανθρώπους, γιατί ο μουσικός τότε είχε την κακή φήμη, ήτανε κείνο που λέμε, πήγαινε στα πανηγύρια και ο καθένας κολλούσε τις δεκάρες, παίξε ρε, καταλαβαίνεται τώρα, μην πω και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτά κ’ είχα μια φοβία, μια φοβία είχα, σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουνα. Έπειτα θα πείτε πως έγινα μουσικός; Έγινα, έγινα με μια κρυφή ελπίδα, ότι εάν δε γίνω μεγάλος, το είχα βαθιά μες στην ψυχή μου αυτό, εάν δε γίνω μεγάλος, θα εγκαταλείψω γρήγορα. Δεν ήθελα τη μέση κατάσταση. Δεν την ήθελα. Εάν δεν ήμουνα αυτός που ήμουνα, κάτι άλλο θα ήμουνα, εκτός από μουσικός». Και τελικά, πράγματι, δεν υπήρχε μέση κατάσταση. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έγινε μεγάλος. Ο μεγαλύτερος όλων. Κανείς δεν μπόρεσε να τον ξεπεράσει.

Ο αξεπέραστος «βλάχος» του ρεμπέτικου

Το παρατσούκλι του Βασίλη Τσιτσάνη ήταν «βλάχος». Του το… κόλλησαν οι συνάδελφοί του επειδή ήταν ο μόνος στεριανός ρεμπέτης! Γεννήθηκε μια ημέρα σαν σήμερα, το 1915, στα Τρίκαλα. Την πρώτη επαφή με τη μουσική την είχε από τον πατέρα του ο οποίος ήταν τσαρουχάς. Όταν μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο, έπαιζε με ένα μικρό μαντολίνο κλέφτικα τραγούδια και ο μικρός Βασίλης καθόταν ήσυχος δίπλα του για να τον ακούει.

Όταν πέθανε ο πατέρας του Τσιτσάνη, εκείνος έπρεπε να βγει στη βιοπάλη προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια. Ήταν μόλις 12 ετών αλλά τότε οι εποχές ήταν διαφορετικές. Τότε ήταν που ο Βασίλης άρχισε να παίζει και εκείνος μουσική. Αρχικά με το μαντολίνο του πατέρα του, μετά με ένα βιολί (του έμαθε ένας Ιταλός μαέστρος που τα καλοκαίρια πήγαινε στην Ήπειρο για περιοδείες) και μετά με ένα μαντολίνο που ένας οργανοποιός του μετέτρεψε σε μπουζούκι!

Έγραψε τα πρώτα του τραγούδια όταν ήταν 15 ετών, ωστόσο, φοβόταν να βγει δημόσια να παίξει με το μπουζούκι του επειδή ήταν σχεδόν απαγορευμένο και οι μπουζουκτσήδες σε πλήρη απαξία. Λέγεται πως στο γυμνάσιο ο Τσιτσάνης έγραψε ένα τραγούδι το οποίο έλεγε «μεσ’ την Παραγουάη, σε φίνο ακρογιάλι» και το έπαιζε στους συμμαθητές τους για να διασκεδάζουν. Τον άκουσε ένας καθηγητής του, όμως, ο οποίος τον άφησε μετεξεταστέο επειδή ο Τσιτσάνης έλεγε στο τραγούδι του πως η Παραγουάη έχει… ακρογιάλι!

Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα και, μέσα στη μεγαλούπολη, μπόρεσε να κάνει περισσότερα πράγματα. Ήθελε να σπουδάσει μουσική και έβγαζε κάποια χρήματα παίζοντας στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Άρχισε να κάνει γνωριμίες και να κάνει μικρά αλλά σημαντικά βήματα στη μουσική. Είναι, όμως, η περίοδος της Μεταξικής δικτατορίας και το ρεμπέτικο είναι απαγορευμένο. Ο Τσιτσάνης, όμως, δεν είναι συνηθισμένος μουσικός, προσθέτει δυτικά στοιχεία και κάνει το τραγούδι πιο «ελαφρύ» προκειμένου να μπορεί να ακουστεί. Με την κίνηση αυτή, ωστόσο, ο Τσιτσάνης όχι απλά σώζει τη μουσική του αλλά αλλάζει την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί  τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Περνάει πολλές ώρες στο πειθαρχείο καθότι… απείθαρχος αλλά εκεί γράφει ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια στην ιστορία της λαϊκής μουσικής. Την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Μέσα στις μαύρες μέρες του πολέμου, την περίοδο της κατοχής ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το θρυλικό «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά 22, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα γράψει και την εμβληματική «Συννεφιασμένη Κυριακή». Στον εμφύλιο, επιστρέφει στην Αθήνα και γράφει πολλά από τα διαμάντια του («Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει»). Είναι η χρυσή εποχή του Τσιτσάνη. Ότι και να «άγγιζε» γινόταν «χρυσός». Σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του ακόμα και στο εξωτερικό. Οι νύχτες στο «Χάραμα» έχουν μείνει στη συλλογική μνήμη ως νύχτες αξεπέραστου γλεντιού. Η πορεία του Τσιτσάνη, ωστόσο, θα σταματήσει απότομα, μια ημέρα σαν σήμερα, το 1984. Ο Τσιτσάνης πέθανε στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες.

Ο Φλωράκης, η «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το άγνωστο αντάρτικο τραγούδι

Το 1938 ο Βασίλης Τσιτσάνης κατατάσσεται στον στρατό ως ραδιοτηλεγραφητής. Υπηρέτησε παρέα με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Άλλη ζωή ο ένας, άλλη ζωή ο άλλος. Ο Φλωράκης στρατευμένος στην Αριστερά. Ο Τσιτσάνης στρατευμένος στο τραγούδι. Κάθε βράδυ ο μεγάλος ρεμπέτης το «έσκαγε» και πήγαινε στα μαγαζιά που δούλευε. Γυρνούσε τα ξημερώματα, λίγο πριν την πρωινή αναφορά. Κάποιες φορές ήταν τυχερός και δεν τον έπαιρνε χαμπάρι κανείς. Κάποιες άλλες τον έπιαναν στα «πράσα» και τον τιμωρούσαν με πειθαρχικές ποινές. Ένα ξημέρωμα, κάποιος επιλοχίας τον έκανε «τσακωτό» την ώρα που πηδούσε τα σύρματα για να μπει ξανά στο στρατόπεδο. Ο αξιωματικός τον ρώτησε τι έκανε στα σύρματα του στρατοπέδου εκείνη την ώρα και ο Τσιτσάνης του απάντησε: «τηλεγραφητής δεν είμαι; Λόγω ειδικότητας. Να δω τα σύρματα και να τα επιθεωρήσω αν δουλεύουν σωστά και αν είναι στη θέση τους»!

Το 1943 μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Μεραρχία Πινερόλι παραδόθηκε στους αντάρτες. Πολλοί από τους Ιταλούς, μάλιστα, εντάχθηκαν στις γραμμές της Εθνικές Αντίστασης. Οι αντάρτες αποφάσισαν να το «κάψουν» με μια μεγάλη γιορτή που έστησαν στην Πύλη Τρικάλων. Οργανωτής ήταν ο καπετάν Κόζιακας, κατά κόσμον Θωμάς Πάλλας, ένας από τους πρωτεργάτες της Εθνικής Αντίστασης. Βοήθησε αποφασιστικά στη δημιουργία της ραχοκοκαλιάς του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην Πίνδο, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στην Ανατολική Μακεδονία.

Σύμφωνα με κάποιους μάρτυρες που έζησαν από κοντά εκείνα τα γεγονότα ο καπετάν Κόζιακας ήταν αυτός που ζήτησε να έρθει ο Τσιτσάνης σε αυτή τη μεγάλη γιορτή. Ο σπουδαίος μουσικός πήρε την ορχήστρα του και από τη Θεσσαλονίκη πήγε στα Τρίκαλα. Με τους μουσικούς του ο Τσιτσάνης ξεσηκώνει τους αντάρτες παίζοντας δημοτικά, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.

Το 2008 ο συγγραφές Νέαρχος Γεωργιάδης είχε αποκαλύψει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Ένας αντάρτης, ο Σπύρος Οικονόμου, διέσωσε τους στίχους ενός τραγουδιού που «σκάρωσε» ο Τσιτσάνης την ώρα της μεγάλης γιορτής στα Τρίκαλα και ήταν αφιερωμένο στους αντάρτες.

«Καλώς τα τ’ ανταρτόπουλα

απ’ τα νερά τα κρύα

που πολεμάνε στα βουνά

για την ελευθερία.

Κατέβηκε κι ο Κόζιακας

απάνω απ’ το βουνό

παρέλαση να κάνει

με το ευζωνικό.

Εδιάλεξε παιδάκια

με μάτια γαλανά

ξέρουν να πολεμάνε

για την ελευθεριά»!

Μια άλλη εκδοχή του ίδιου άγνωστου και ακυκλοφόρητου τραγουδιού είναι η εξής:

«Καλώς τα, τα ανταρτάκια μας

απ’ τα νερά τα κρύα

που πολεμούσαν στα βουνά

για την Ελευθερία

Κατέβηκε ο Κόζιακας

ψηλά απ’ το βουνό

να κάνουνε παρέλαση

με το ευζωνικό

Διάλεξε παιδάκια

με μάτια γαλανά

που ξέρουν να πολεμάνε

για την ελευθεριά»!

Στα μαύρα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει ένα από τα πιο σπάνια διαμάντια του: Τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και από τότε μέχρι και σήμερα καμία συννεφιασμένη Κυριακή δεν είναι ίδια. Τον συγκλονιστικό τρόπο με τον οποίο είχε εμπνευστεί για να γράψει το συγκεκριμένο τραγούδι το είχε περιγράψει ο ίδιος ο Τσιτσάνης σε συνέντευξη που είχε δώσει το 1972 στο περιοδικό «Επίκαιρα» και τον δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη:

«Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ’ ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ’ έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Έξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι είδα τόπους τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο λίγο φως είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι. Ο πρώτος του τίτλος ήταν ”Ματωμένη Κυριακή”». Σε μια άλλη του συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» και τον δημοσιογράφο Γιώργο Πηλιχό είχε εξηγήσει: «Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία που μας έδερνε όλους εκείνη την εποχή της Κατοχής, όλο για την απελπισία να μιλάνε οι νότες».