back to top
17.5 C
Trikala
Παρασκευή, 12 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΗ συμβολή της Θεσσαλίας στην Επανάσταση του 1821

Η συμβολή της Θεσσαλίας στην Επανάσταση του 1821

Σχετικά Άρθρα

“Έφυγαν” από τη ζωή δύο Τρικαλινοί

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών ο...

Δήλωση υποψηφιότητας Φώτη Καψάλη για τις Ευρωεκλογές με το Κόσμος

Στα Τρίκαλα έχουν δημιουργηθεί οι καλύτερές μου αναμνήσεις. Έχοντας...

Αγκάλιασε ηλικιωμένη και της «άρπαξε» τον χρυσό σταυρό της από το λαιμό σε χωριό των Τρικάλων

Ακόμη ένα περιστατικό κλοπής είχαμε σε χωριό των Τρικάλων Σύμφωνα...

Ημ/νια:

Η απελευθέρωση της Ελλάδας υπήρξε ένα συλλογικό έργο, μία κοινή προσπάθεια ενός τυραγνισμένου λαού, ο οποίος αποφάσισε να αποτινάξει τον ζυγό του βάρβαρου Ασιάτη, για να χαρεί ό,τι χαίρονταν οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί.

Η Ιστορία αποτίμησε την συμβολή όλων των διαμερισμάτων της χώρας στον μεγάλο αγώνα, αλλά οι συγγραφείς έστρεψαν το βάρος τους κυρίως στα ελεύθερα διαμερίσματα της χώρας μας, αναφέροντας με λίγες γραμμές την συμβολή των βόρειων διαμερισμάτων, τα οποία παρέμειναν υπό τον οθωμανικό ζυγό.

Στην περίπτωση αυτή ανήκει και η Θεσσαλία, η συμβολή της οποίας στον αγώνα αποδίδεται εν είδει τηλεγραφήματος. Η μελέτη, όμως, τόσο του Αρχείου των Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης και των φακέλων με τα αριστεία των Γενικών Αρχείων του Κράτους, όσο και άλλων πηγών δίνει μία πολύ διαφορετική εικόνα, μία εικόνα μεγάλης συμμετοχής των Θεσσαλών, όχι μόνο των ορεινών περιοχών, αλλά και των πεδινών, παρά την ύπαρξη στη Λάρισα και στα Τρίκαλα μεγάλων μονάδων του οθωμανικού στρατού.

Η διάθεση των Θεσσαλών για αποτίναξη του ζυγού δεν εκδηλώθηκε στις παραμονές του 1821, αλλά πολύ νωρίς, ήδη στις αρχές του 15ου αιώνα και συνεχίσθηκε με επαναστατικά κινήματα τον 17ο και τον 19ο αιώνα.

Για τον θεσσαλικό χώρο η οθωμανική κατοχή άρχισε το 1386/1387, όταν έφθασαν στη Λάρισα ο Χαϊρεντίν και Εβρενός πασάς, και το 1393/1396 στα Τρίκαλα, έδρα τότε του ελληνοσερβικού βασιλείου, ακολουθούμενοι από τον σουλτάνο Βαγιαζίτ Α ́.

Όταν ο Βαγιαζίτ υπέστη συντριβή στην Άγκυρα, το 1402, από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου, οι Θεσσαλοί ανάσαναν και νόμισαν πως βρήκαν την ευκαιρία να αποτινάξουν τον ζυγό. Έτσι, λοιπόν, στο χρονικό διάστημα

Μεταξύ της 11ης Ιουλίου και 30ής Σεπτεμβρίου 1404, οι κάτοικοι του Φαναρίου, μιας σημαντικής και οχυρής για την εποχή δυτικοθεσσαλικής πόλης, βρήκαν την ευκαιρία και επαναστάτησαν. Το γεγονός αυτό απαθανάτισε ένα σύντομο χρονικό, μία ενθύμηση, σύμφωνα με την οποία «η απιστία [=επανάσταση] του Φαναρίου μετά του Χαντζαλή γέγονενεν μην ίΙουλίω εις τας ια ́, ενέτεις ιβ ́ [6912=1404]».

Μαζί με τους Φαναριώτες επαναστάτησαν και άλλοι Θεσσαλοί, όπως αναφέρει μία άλλη ενθύμηση της ίδιας περιόδου: «έτους ιβ ́ εγίνη η απιστία της Μεγάλης Βλαχίας», δηλαδή της Θεσσαλίας. Οι δύο αυτές ενθυμήσεις, γνωστές στη βιβλιογραφία, παρά την συντομία τους, δείχνουν πόσο πρώιμη υπήρξε η επιθυμία των Θεσσαλών για αποτίναξη του ζυγού. Το μικρό αυτό επαναστατικό κίνημα των Θεσσαλών, όπως ήταν φυσικό, καταπνίχτηκε σύντομα, μόλις εξέλειπε ο μογγολικός κίνδυνος για τους Οθωμανούς. Στην καρδιά, όμως, των Θεσσαλών κρυφόκαιγε ο πόθος για ελευθερία, ο οποίος βρήκε πρόσφορο έδαφος για να εκδηλωθεί δύο, ακριβώς, αιώνες αργότερα, υπό την καθοδήγηση ενός άξιου κληρικού και ένθερμου πατριώτη, του μητροπολίτη της Λάρισας ∆ιονυσίου του Φιλοσόφου.

Ο ∆ιονύσιος, σε μία εποχή που ο Ελληνισμός είναι βυθισμένος στο πυκνό σκοτάδι του οθωμανικού απολυταρχισμού, σήκωσε το ανάστημά του, εναντίον του κατακτητή, πλαισιωμένος από υφισταμένους του επισκόπους και από πολλούς θεσσαλούς αγωνιστές, το 1600. Η προσπάθεια αυτή, όπως είναι γνωστό, απέτυχε, αλλά ο ∆ιονύσιος κατέφυγε στη ∆ύση για βοήθεια και αποτόλμησε ένα δεύτερο επαναστατικό κίνημα, το 1610-1611, καλύτερα οργανωμένο αυτή τη φορά. Όμως, παρά τις πολλές επιτυχίες στον ηπειροθεσσαλικό χώρο, το τέλος της επανάστασης υπήρξε άδοξο και το δικό του τραγικό. Για μία φορά ακόμα οι Θεσσαλοί υπέστησαν τα πάνδεινα, από την εκδικητική μανία των Οθωμανών.

Τα γεγονότα αυτά και η ανυπαρξία κάποιας ηγετικής φυσιογνωμίας στο χώρο είχαν ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει κάποια σκέψη για συλλογική δράση για όλο τον 17ο αιώνα.

Παρόλα αυτά, ο περίφημος κλεφταρματολός Μεϊντάνης, κατά την διάρκεια του τουρκοβενετικού πολέμου του 1684, τάχθηκε με τους άνδρες του, πολλοί από τους οποίους ήταν Θεσσαλοί, στο πλευρό του Μοροζίνι και κατά των Οθωμανών. Το ανυπότακτο πολλών Θεσσαλών θα γίνει αιτία να ανδρωθεί το κίνημα του κλεφταρματολισμού στα βουνά της περιοχής, στα οποία αναφέρεται ότι δρούσε και ο Μεϊντάνης, στις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα, καθώς συνελήφθηκε στο Γαρδίκι του Ασπροποτάμου. Ο αριθμός των θεσσαλών κλεφταρματολών είναι πολύ μεγάλος και δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν εδώ. Η συμμετοχή των Θεσσαλών στα Ορλωφικά επιβεβαιώνεται από τις βιαιότητες των Τουρκαλβανών στα Τρίκαλα και στη Λάρισα, κυρίως, όπως μας πληροφορούν οι ενθυμήσεις της εποχής. Χιλιάδες Τρικαλινοί και Λαρισαίοι δολοφονήθηκαν και εκατοντάδες σπίτια λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν.

Η τελευταία, πριν από το 1821, προσπάθεια των Θεσσαλών για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού σημειώθηκε στην περιοχή της Καλαμπάκας, το 1808. Ο παπάς και αρματολός ενός τμήματος των Χασίων Θύμνιος Βλαχάβας, ηγετική φυσιογνωμία του θεσσαλικού κλεφταρματολισμού, αμφισβήτησε την παντοδυναμία του σατράπη Αλή πασά και θα είχε καλό αποτέλεσμα το κίνημά του εάν δεν λιποψυχούσε ο αρματολός του Μετσόβου. Το κίνημά του, την εποχή που μεσουρανούσε η δύναμη του Αλή πασά, ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά, τόσο αυτός και ο αδερφός του Θοδωράκης, όσο και οι θεσσαλοί συμπολεμιστές του ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν για την ελευθερία του τόπου τους.

Η συμμετοχή των Θεσσαλών στο κλεφταρματολικό κίνημα είναι πολύ μεγάλη, καθώς το δείχνουν τα στοιχεία: τον 16ο αιώνα, την εποχή του Σουλεϊμάν Α ́, δημιουργήθηκαν 15 αρματολίκια στον ελλαδικό χώρο, από τα οποία τα 5 βρίσκονταν στη Θεσσαλία. Ο μεγάλος αριθμός των αρματολικίων δείχνει την έκταση που είχε λάβει εδώ η αμφισβήτηση της οθωμανικής δεσποτείας. Με το πέρασμα του χρόνου, λόγω των αφόρητων πιέσεων, ο αριθμός των κλεφταρματολών αυξήθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα, στα τέλη του 18ου αιώνα, τα κόλια, δηλαδή οι υποδιαιρέσεις των αρματολικίων, να αναδειχθούν σε νέα αυτοτελή αρματολίκια, να γίνουν κέντρα εκπαίδευσης αγωνιστών και να δημιουργηθεί έτσι ένα καλογυμνασμένο τμήμα έτοιμο να προσφέρει, αργότερα, τις υπηρεσίες του στο επαναστατημένο Έθνος.

Είναι γνωστή η δράση του Ζήδρου, του Λιάκου, του Τσιάρα, του Ταμπάκη, του Ψείρα, του Μάνταλου, του Βλαχάβα, του Μπασδέκη, του Βελέντζα, του Ζορμπά, του Στορνάρη, του Ζαχείλα και του ελασσονίτη κλεφταρματολού και πειρατή συγχρόνως Νικοτσάρα και των συντρόφων του, οι οποίοι, όχι μόνο αμφισβήτησαν έντονα την οθωμανική κυριαρχία, αλλά είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κατακτητών. Το επαναστατικό πνεύμα του Ρήγα και η δράση της Φιλικής Εταιρείας συνέγειραν πολλούς Θεσσαλούς, με πρώτο και καλύτερο τον Άνθιμο Γαζή, οι οποίοι ενστερνίστηκαν το όραμά τους και πήραν τα όπλα στα χέρια για να ζήσουν ελεύθεροι. Στην επανάσταση της Μολδοβλαχίας, όπως είναι γνωστό, συμμετείχε και ο Γεωργάκης Ολύμπιος με θεσσαλούς πολεμιστές, με το γνωστό ηρωικό τέλος του.

Ευκαιριακά να αναφέρω εδώ τον θεσσαλό φιλικό, ιερολοχίτη και μετέπειτα αξιωματικό του 21 Γιάννη Παναγιώτη Καραγιάννη. Επειδή στη Λάρισα και στα Τρίκαλα υπήρχαν μεγάλες μονάδες οθωμανικού στρατού, οι Θεσσαλοί επαναστάτησαν λίγο αργότερα από τους Έλληνες των νότιων διαμερισμάτων. Στις 7 Μαΐου του 1821 επαναστάτησε το Πήλιο. Τα γεγονότα εδώ και στο Βελεστίνο ενόχλησαν τους πασάδες της Λάρισας και κατέφθασαν με ισχυρές δυνάμεις, κατά πολύ υπέρτερες των επαναστατών. Η πολιορκία του κάστρου του Βόλου, από τους επαναστάτες, ο τραυματισμός των αρχηγών τους και η αποχώρηση των υδραίικων πλοίων από την περιοχή του Βόλου οδήγησε το εγχείρημά τους σε αποτυχία.

Η εκδίκηση του ∆ράμαλη και του συρφετού, ο οποίος τον ακολουθούσε, υπήρξε σκληρότατη. Σε σχετική ενθύμηση αναφέρονται τα εξής: «Ἐτοῦτον τόν κερόν ἰ Ρομέι τά έβαλαν με τίν Τουρκιάν κε σίκοσαν μπαράκι η Μακρινίτζα κι άλα χουργια κ ίρθε ασκέρ τούρκικο πολί κ έβαλε φουτιά σ εκλισιές κέ σπίτχια, κρέμασι κόζμο κι ρίμακσι ου τόπος. στούν Κλινοβο σφάχτικαν γνέκις κι πιδγιά κι στίν Ανμούτζα κρέμασι ο Μαχμούτ πασιάς ἴκοσι νοματέους».

Τα γεγονότα στην περιοχή της Μαγνησίας επηρέασανκαι τους κατοίκους της Αγιάς, όπου σημειώθηκαν, για ένα δεκαήμερο, αψιμαχίες στα γύρω χωριά της, από τις 14 Μα2ου 1821 και εξής. Σε σχετική ενθύμηση της εποχής αναφέρονται τα εξής, άγνωστα μέχρι πρότινος στην ιστοριογραφία: «από τους 1821 άρχησι του σηφέρι καιπολύμησαν υ Τούρκυ στου Τζυκυρι και ης Αθανάτου, Τορκοχώρι και έκατζαν υμερις 10 και τους εφυλαγάμι όλους. Μηνί Μα9ου 14 έγυνε πολυμος και πάυσαν στι Μακρινίτζα υ Τουρκυ. με το Μαχμούτ πασια και την χάλασαν και την έκαψαν και έκαψαν και τας εκλυσίες και πίραν και σκέβη και πουτηρηα άγια και τα πουλούσαν στι Λάρισα».

Η επανάσταση στη Μαγνησία και στην επαρχία της Αγιάς είχε άδοξο τέλος, όμως βοήθησε στην εδραίωσή της στη Νότια Ελλάδα, καθώς ο ∆ράμαλης αναγκάσθηκε να εγκατασταθεί στη Μηλίνα, όλο τοκαλοκαίρι του 1821, για να εμποδίσει την αναθέρμανση του κινήματος, οπότε καθυστέρησε να οδεύσει προς την Νότια Ελλάδα, παρέχοντας έτσι πολύτιμο χρόνο για καλύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης στην Πελοπόννησο.

Στην περιοχή των Τρικάλων η επανάσταση εκδηλώθηκε στις 5 Ιουλίου 1821, με πρωτεργάτη τον αρματολό Νικολό Στουρνάρη. Στα γεγονότα που σημειώθηκαν στην Πύλη, οι οθωμανικές δυνάμεις των Τρικάλων,οι οποίες στράφηκαν εναντίον των επαναστατών ήταν πολύ μεγαλύτερες με αποτέλεσμα να ηττηθούν οι επαναστάτες και να αποτραβηχτούν στα ορεινά χωριά του Ασπροποτάμου, όπου σημειώθηκαν επίσης μάχες με τους Οθωμανούς των Τρικάλων. Μία σχετική ενθύμηση μας πληροφορεί ότι το «1821 Ioυλίου: τό ἐσικόσέ ὁ καπταΝηκολός / Στορναρής καί εσκοτοσέ τούς Αρβανητής εις Ἰουλίου :14: / τον ανηκήσαν και εκαψάνΠόρτα και ∆ραμήζι / καί Τύρνα».

Ο Στορνάρης θα μεταβεί από εκεί στη ∆υτική Στερεά και θα υπερασπισθεί το πολιορκημένο Μεσολόγγι, όπου έπεσε το βράδι της ηρωικής εξόδου. Στην περιοχή της Καρδίτσας, συμπλοκές σημειώθηκαν στα ορεινά, στα χωριά γύρω από την σημερινή λίμνη του Πλαστήρα, όπως αναφέρουν στα έγγραφά τους αγωνιστές καταγόμενοι από την περιοχή αυτή. Μετά την ήττα τους, οι αγωνιστές επάνδρωσαν τα σώματα του Ευρυτάνα αρχηγού Κώστα Βελή και του Καραϊσκάκη, συμμετέχοντας στις μάχες στις οποίες πρωταγωνίστησε ο τελευταίος. Ο Όλυμπος, το χιλιοτραγουδισμένο ενδιαίτημα αμέτρητων κλεφταρματολών, ευρισκόμενος μεταξύ δύο μεγάλων οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλονίκης και της Λάρισας, επαναστάτησε με κάποια καθυστέρηση, τον Μάρτιο του 1822. Τα γεγονότα άρχισαν από την πλευρά της Πιερίας και συνεχίστηκαν στην πλευρά της Ελασσόνας, μεαψιμαχίες στον ορεινό Κοκκινοπλό, όπου νίκησαν τους επαναστάτες οι Οθωμανοί, που έσπευσαν από το γειτονικό Λιβάδι, και προέβησαν σε λεηλασίες και πυρπολήσεις. Σε σχετική ενθύμηση αναφέρεται ότι στα «1822 Μαρτίου 24, ημέρα Παρασκευή, ήλθε το ασκέρι στο χωριό [στον Κοκκινοπλό] και το διαγούμησε όλο το βιο και βρήκαν όλες τις κρυψάνες και έκαψαν και την εκκλησία με όλα τα σπίτια».

Η επάνασταση και εδώ είχε άδοξο τέλος. Οι επαναστάτες, διά μέσου των Χασίων πέρασαν στην Πίνδο και από εκεί στην επαναστατημένη Νότια Ελλάδα. Οι κάτοικοι της επαρχίας υπέφεραν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τα διερχόμενα οθωμανικά στρατεύματα, καθώς μαρτυρούν σχετικές καταγραφές σε κώδικες της Μονής Ολυμπιώτισσας της Ελασσόνας.

Η δράση του σκληρού Αμπουλουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση σε όλη την επαρχία, με αιχμαλωσίες, λεηλασίες, δολοφονίες και άλλες βιαιότητες. Η αποτυχία του πρώτου κινήματος στη Μαγνησία δεν αποθάρρυνε τους κατοίκους της περιοχής. ∆ύο χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1823, επαναστάτησαν και πάλι, έχοντας ως αρχηγούς μακεδόνες και θεσσαλούς καπεταναίους. Ο Ρεσίτ Κιουταχής πασάς, ο οποίος κατέφθασε στην περιοχή από τη Λάρισα με ισχυρές δυνάμεις, καπέπνιξε το κίνημα, κατέστρεψε πολλούς οικισμούς του Πηλίου και αιχμαλώτισε πολλούς κατοίκους, τους οποίους μετέφερε στην Αγιά και τους πούλησε ως δούλους. Σε σχετική ενθύμηση αναφέρονται τα εξής: «Έτος 1823. Τότη ήταν πόλυμος περισός στου Μοριά και στα Τρίκυρικά πάυσανυ Τούρκυ δηα Τρίκυρι και χάλασαν Λαύκο και Προμίρι και την αργαλαστή και ύφεραν γινέκις και πιδήα μετ’ αμάξια στιν Αγιά, στου χάνη και τους πουλούσαν τους άλους Τούρκους και στι Ρέτζανη ομήος και υστι Λάρισα υφεραν ψηχές 800 αντρι 135 και τους έκοψαν τους άντρι».

Οι επαναστάτες αποτραβήχτηκαν στο Τρίκερι, όπου, με αρχηγό τον Καρατάσο κέρδισαν λαμπρές νίκες, τον Μάιο και Ιούνιο του 1823, εναντίον των δυνάμεων του Κιουταχή. Οι επαναστάτες, παρ όλα αυτά, μένοντας αβοήθητοι από την επαναστατική κυβέρνηση, αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν και να αποτραβηχτούν στις Σποράδες. Με τον καιρό, μετέβησαν στη Στερεά και στην Πελοπόννησο, πλαισιώνοντας τα σώματα γνωστών τους και μη αρχηγών και συμμετέχοντας σε πολλές μάχες και ναυμαχίες.

Η ακριβής συμβολή των Θεσσαλών στην απελευθέρωση των νότιων διαμερισμάτων της χώρας μας δεν έχει εκτιμηθεί δε όντως, καθώς δεν έχει αξιοποιηθεί ο αρχειακός πλούτος, ο οποίος περιμένει τους ερευνητές που ασχολούνται με την περίοδο αυτή της Ιστορίας να παρουσιάσουν όλα τα σωζόμενα έγγραφα. Αρκούν μόνο λίγες αναφορές για να προσδιορίσουν το εύρος της συμμετοχής τους.

Το πολιορκημένο Μεσολόγγι του υπερασπίστηκαν, μεταξύ των άλλων, και 600 Ασπροποταμίτες, άνδρες του αρχηγού Νικολού Στορνάρη, του γαμπρού του Γρηγόρη Λιακατά, από το Κλεινό της Καλαμπάκας, και του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, από το Βετερνίκο-Νεραϊδοχώρι του Ασπροποτάμου. Ο Λιακατάς, στα 27 του, έπεσε υπερασπιζόμενος ηρωικά τον Ντολμάκαιο Στορνάρης, ο οποίος είχε ορισθεί φρούραρχος της πόλης, έπεσε την βραδιά της εξόδου. Λίγο πριν από την έξοδο είχαν μείνει μαζί του 70 Ασπροποταμίτες, από τους οποίους επέζησαν μετά την έξοδο μόνο 17, με τον Χατζηπέτρο, ο οποίος είχε ορισθεί αρχηγός της φρουράς της Κλείσοβας. Σημειωτέον ότι πολιορκημένος στο Μεσολόγγι βρισκόταν και ο Τσαριτσανιώτης επίσκοπος Ιωσήφ των Ρωγών, ο οποίος, κατά την έξοδο επέστρεψε με άλλους στην πόλη, αγωνίσθηκε σκληρά και τελικά αιχμαλωτίσθηκε και τον κρέμασαν οι Οθωμανοί στον Ανεμόμυλο.

Οι Ασπροποταμίτες των δύο αρχηγών, μετά τον θάνατο εκείνων, ακολούθησαν στη συνέχεια τον συμπατριώτη τους Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, συμμετέχοντας σε πολλές μάχες, στο Νεόκαστρο, στο ∆ίστομο, στην Αράχωβα κα ιαλλού. Μερικοί, μάλιστα, πρόσφεραν στον Αγώνα και οικονομική βοήθεια, όπως αναφέρεται σε σχετικό αποδεικτικό της εν Σαλαμίνι Εφορίας: « Οι Βλάχοι Ασπροποταμίται εμέτρησαν εις τον έρανόν τους γρόσια 3.000». Μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους, για να αποφύγουν τα αντίποινα των Οθωμανών, οι Ασπροποταμίτες, όπως και οι άλλοι Θεσσαλοί, δεν επέστρεψαν στα χωριά τους. Εγκαταστάθηκαν στη Φθιώτιδα, όπου τους συναντούμε σε έγγραφα μέχρι το 1862, τουλάχιστον. Το 1833, 354 από αυτούς συμπεριλαμβάνονται σε έναν ονομαστικό κατάλογο απονομής αριστείων από την τότε κυβέρνηση. Στον ναυτικό αγώνα, η συμμετοχή των Θεσσαλών, κυρίως των Μιτζελιωτών, δεν ήταν αμελητέα. Είναι γνωστοί οι αδελφοί Καλαμιδαίοι, ο Σίσκος και ο Γριζάνος για την πολυποίκιλη δράση τους. Μεταξύ των θεσσαλών ναυμάχων, συμπεριλαμβάνεται και ένας πυρπολητής, ο Ζαγοριανός Γιώργος Καραγιαννόπουλος, ο οποίος συμμετείχε στις ναυμαχίες του Μεσολογγίου, της Κρήτης και των Κυθήρων.

Στα ΓΑΚ και στο Αρχείο των Αγωνιστών της ΕΒΕ υπάρχουν κατάλογοι με τα ονόματα πολλών θεσσαλών αγωνιστών, οι οποίοι μέχρι το 1865 ζητούσαν κάποια οικονομική αρωγή από το κράτος, προκειμένου να μην μετατραπούν, πολλοί από αυτούς, σε επαίτες. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και δύο αλλόθρησκοι: ο Αλβανός Αρβανιτογιάννης, κάτοικος της Ζαγοράς που αλλαξοπίστησε, και ο Οθωμανός Χασάν Μπασαρίς, κάτοικος της Λάρισας και μετέπειτα επαίτης στην Άμφισσα.

Η πρώτη ελληνοτουρκική μεθόριος άφησε εκτός του ελληνικού κράτους την Θεσσαλία, γεγονός το οποίο λύπησε τους Θεσσαλούς, αλλά δεν έκαμψε το φρόνημά τους. Έτσι σημειώθηκαν άλλες δύο επαναστάσεις: το 1854 και το 1878, στις οποίες συμμετείχαν και οι επιζώντες Θεσσαλοί στη Φθιώτιδα και στην Αττική. Στην επανάσταση του 1854, μεταξύ των άλλων Θεσσαλών συμμετείχε και ο Νάσιος (Αθανάσιος)

Μάνταλος, υπέργηρος 110 ετών, αρματολός των Χασίων ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Εάν διαβάσουμε τους ονομαστικού ςκαταλόγους, με τους πολυάριθμους Θεσσαλούς, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στη Φθιώτιδα, στην Εύβοια και στην Αττική, οι οποίοι συντάχθηκαν για την εκλογή πληρεξουσίων των Εθνοσυνελεύσεων του 1843 και του 1862, θα διαπιστώσουμε, και μετα προεκτεθέντα, ότι η συμβολή της Θεσσαλίας, στην απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της Στερεάς και επομένως στη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους υπήρξε αρκετά σημαντική, όπως και των άλλων διαμερισμάτων της χώρας μας. Επομένως, τα βιβλία της Ιστορίας, κυρίως τα σχολικά, πρέπει να αναφερθούν με περισσότερη έκταση στη Θεσσαλία, στο κεφάλαιο Επανάσταση του 1821, κάνοντας ειδική μνεία στους θεσσαλούς αγωνιστές, που βρέθηκαν πολύ μακριά από τον τόπο τους και αποτέλεσαν τους μόνιμους πολεμιστές των ποικίλων αρχηγών.

*Ο κ. Κώστας Σπανός είναι ο εκδότης του Θεσσαλικού Ημερολογίου

Ροή Ειδήσεων

geogreen