back to top
20.3 C
Trikala
Τρίτη, 16 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΠόλη & ΠεριφέρειαΌταν στη Λάρισα λειτουργούσε καπνεργοστάσιο – Τοπικές καπνοβιομηχανίες παρασκεύαζαν τσιγάρα εξαιρετικής ποιότητας

Όταν στη Λάρισα λειτουργούσε καπνεργοστάσιο – Τοπικές καπνοβιομηχανίες παρασκεύαζαν τσιγάρα εξαιρετικής ποιότητας

Σχετικά Άρθρα

Έκρηξη σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στον Βόλο

Ισχυρή έκρηξη σημειώθηκε το βράδυ της Δευτέρας στις 11.30...

Καιρός – Κολυδάς: Πτώση της θερμοκρασίας άνω των 10°C τις επόμενες ημέρες – Η τάση για το Πάσχα

Σταδιακή πτώση της θερμοκρασίας θα σημειωθεί τις επόμενες ημέρες στη χώρα,...

Οδηγίες για να έχεις πάντα δουλειά – Τα επαγγέλματα του μέλλοντος στην Ελλάδα

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις πλησιάζουν και ένα από τα θέματα το οποίο...

Βρέθηκε ζωντανή η αγνοούμενη γυναίκα στο Καρποχώρι Καρδίτσας

Ζωντανή βρέθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα από το Καρποχώρι που...

Ημ/νια:

Λίγοι γνωρίζουν σήμερα ότι από το 1916 η Λάρισα διέθετε καπνεργοστάσιο, στο οποίο διάφορες τοπικές καπνοβιομηχανίες – και ήταν πολλές – παρασκεύαζαν τσιγάρα και μάλιστα ορισμένες απ’ αυτές εξαιρετικής ποιότητας. Το καπνεργοστάσιο αυτό βρισκόταν επί της οδού Φιλελλήνων, στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το μεγάλο κτίριο του ΟΤΕ.

Επί τουρκοκρατίας στο σημείο αυτό είχε κτισθεί από κάποιον Οθωμανό κάτοικο της Λάρισας μια ξυλόπηκτη [1] κατοικία. Μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1881 παρέμεινε ακατοίκητη με αποτέλεσμα σταδιακά να ερειπωθεί και να γίνει φωλιά πουλιών και ιδιαίτερα ποντικών, τα οποία λυμαίνονταν τα γειτονικά καταστήματα. Όταν το ελληνικό δημόσιο θέλησε να περιστείλει το λαθρεμπόριο του καπνού [2], χρειάσθηκε να κτίσει καπνεργοστάσιο στη Λάρισα. Για τον σκοπό αυτό, αγόρασε το 1916 το εν λόγω κτίσμα από τον Τούρκο ιδιοκτήτη, το κατεδάφισε και στη θέση του κατασκεύασε ένα επίμηκες ισόγειο κτίριο, μέσα στο οποίο εγκατέστησε «χαβάνια», δηλαδή κάτι πρωτόγονες μηχανές που έκοβαν σε πολύ ψιλά κομματάκια τα φύλλα καπνού. Οι καπνοβιομήχανοι προμήθευαν το εργοστάσιο με ποσότητες καπνού, τις έκαναν χαρμάνι με άλλες ποικιλίες και κατόπιν ειδικοί τεχνίτες χειρίζονταν τα χαβάνια και φρόντιζαν να κόβουν όσο το δυνατόν ψιλότερο τον καπνό. Τον κομμένο καπνό τον παραλάμβαναν εργάτες ή εργάτριες, τον χώριζαν σε μικρές τούφες των 25 γραμμαρίων και τον τοποθετούσαν σε ειδικά πακέτα, τα οποία στις δύο εξωτερικές πλευρές ήταν τυπωμένος ο λογότυπος της καπνοβιομηχανίας. Μέσα σε κάθε πακέτο τοποθετούσαν και μια ανάλογη ποσότητα τσιγαρόχαρτου, που είχε υδατογραφημένες τις λέξεις:  «Φόρος Καπνού». Το άνοιγμα του πακέτου έκλεινε με πράσινη ταινία ασφαλείας που ανέγραφε την ποσότητα του περιεχομένου και την αξία του φόρου. Τις ταινίες προμηθεύονταν οι καπνοβιομήχανοι από το Δημόσιο Ταμείο, προπληρώνοντας τον φόρο για την ποσότητα καπνού που θα επεξεργαζόταν στο Δημόσιο Καπνεργοστάσιο. Όταν τα πακέτα ήταν έτοιμα για εξαγωγή, ειδικός υπάλληλος του Δημοσίου τα σφράγιζε και τότε μόνον επιτρεπόταν να μεταφερθούν στα καπνοπωλεία προς κατανάλωση. Παρ’ όλο ότι η αξία του νομίμως κυκλοφορούντος καπνού ήταν πάμφθηνη, εν τούτοις λίγοι στις πόλεις και όλοι σχεδόν στην ύπαιθρο προτιμούσαν τα λαθραία, τα οποία τα εύρισκαν, όπως έλεγαν, γλυκόπιοτα. Και φυσικά η ζημιά που είχε το Δημόσιο ήταν μεγάλη.

Μέλη του προσωπικού του καπνεργοστασίου της Λάρισας. Στο μέσον o καπνέμπορος Αθανάσιος Καραλόπουλος.

Το κράτος για να αντιμετωπίσει τη λαθρεμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου θέσπισε   νόμο με τον οποίο καθιερώνονταν αυστηρότατες ποινές και στους λαθρέμπορους και στους λαθροκαπνιστές. Οι διώξεις αυτές όμως δεν στάθηκαν ικανές να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο καπνού και μόνον η μηχανοποίηση των τσιγάρων, η βελτίωση της ποιότητας και η σχετικώς προσιτή τιμή το κατάφεραν. Καθώς με τον χρόνο οι καπνιστές αυξάνονταν και πλήθαιναν, η διαδικασία κατασκευής πέρασε από το στριφτό τσιγάρο στο χειροποίητο και στη συνέχεια ήλθαν τα μηχανοποίητα. Αυτή ήταν μια μεγάλη πρόοδος που άρχισε να σημειώνεται στη χώρα μας από το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Οι πρώτες τσιγαροποιητικές, ας τις ονομάσουμε, μηχανές έκαναν την παρουσία τους στην Αθήνα κατά το 1917 και στη Λάρισα έφθασαν αργότερα. Πρώτη τις έφερε η καπνοβιομηχανία των αδελφών Δράκου και τα τσιγάρα που πρόσφερε στην κατανάλωση έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από τους καπνιστές. Θεωρούνταν πιο εύγεστα γιατί παρασκευάζονταν από χαρμάνια καπνού της Θεσσαλίας και του Αγρινίου. Το παράδειγμα των αδελφών Δράκου ακολούθησαν και οι άλλοι κατασκευαστές και πωλητές τσιγάρων. Αμέσως έφερε μηχανή κατασκευής τσιγάρων ο Σαρμουσάκης και στη συνέχεια αρκετοί άλλοι όπως οι Βαγγέλης Ζαφειρόπουλος, Τσέλιος, Μαργαρίτης, Μπαλταδώρος, Αστερίου-Μπάρκας – Καμώνας, Βλαχάκης, Μπουρνόβας, Καραλόπουλος. Παρ’ ότι οι τοπικές καπνοβιομηχανίες  κυκλοφορούσαν τα προϊόντα τους στα στενά όρια του νομού, αφού παρόμοιες καπνοβιομηχανίες είχαν αναπτυχθεί και στον Βόλο και στην Ελασσόνα, εν τούτοις τα κέρδη τους ήταν σημαντικά, γιατί οι καπνιστές της περιοχής προτιμούσαν τα τσιγάρα του καπνεργοστασίου της Λάρισας.

Όλες αυτές οι καπνοβιομηχανίες κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι το 1935. Επειδή στο διάστημα αυτό είχε αναπτυχθεί μεγάλος ανταγωνισμός με τις ραγδαίως εξελισσόμενες καπνοβιομηχανίες της Αθήνας και του Πειραιά, οι αγορές των επαρχιών  έχαναν σιγά-σιγά τις πωλήσεις τους όχι τόσο λόγω ποιοτικής υπεροχής, αλλά εμφανίσεως. Η μεγάλη κυκλοφορία που είχαν αρχίσει να έχουν πανελλήνια τις επέτρεπε να βελτιώνουν αισθητικά  τα κουτιά και το μεγαλύτερο μέρος των καπνιστών άρχισε να στρέφει τις προτιμήσεις του στις συσκευασίες που είχαν πολυτελή εμφάνιση. Φυσικό ήταν οι επαρχιακές να μη μπορέσουν να τις ακολουθήσουν. Τότε παρουσίασαν μεγάλη ανάπτυξη οι καπνοβιομηχανίες Καραβασίλη, Γιαννουκάκη-Πρωτοπαππά, Φίλη, Μπάρρα, Αρδίκη. Πολύ σύντομα όμως εκτοπίσθηκαν και αυτές από τις ήδη υπάρχουσες Παπαστράτου και Κεράνη. Για να δελεάζουν τους καπνιστές, οι βιομηχανίες των μεγάλων πόλεων κυκλοφορούσαν επιπλέον τσιγάρα με χρυσά επιστόμια, με φελλούς, καθώς και λεπτά για τις γυναίκες που τότε είχαν αρχίσει να καπνίζουν. Τα τελευταία αυτά τα ονόμαζαν «Ντάμες». Η βελτίωση αυτή έφερε τις επαρχιακές καπνοβιομηχανίες σε κατάσταση απόγνωσης. Η μία μετά την άλλη άρχισαν διαδοχικά να αναστέλλουν τις εργασίες τους.

Στα 1932 η κυβέρνηση Βενιζέλου, έπειτα από αίτημα των επαρχιακών καπνοβιομηχάνων, με ειδικό νόμο αύξησε τη φορολογία του καπνού. Με τα έσοδα από την αύξηση αυτή εξαγόραζε τις παραπαίουσες καπνοβιομηχανίες, αποζημίωνε το προσωπικό τους και τελικά οδηγήθηκαν στη διακοπή της παραγωγής. Από τη Λάρισα η μόνη η οποία επέζησε ήταν η καπνοβιομηχανία Δράκου, η οποία τελικά εξαγοράσθηκε το 1935. Κατά το 1939-40 ο Αθανάσιος Καραλόπουλος, με την οικονομική συμμετοχή και της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Λαρίσης, αναβίωσε τη δική του βιομηχανία και την έθεσε σε λειτουργία. Παρ’ όλο ότι παρήγαγε καλής ποιότητος τσιγάρα δεν κατόρθωσε να κατακτήσει τόση πελατεία όση χρειαζόταν για να επιβιώσει και ξανάκλεισε τον ίδιο χρόνο. Ασχολήθηκε κατόπιν με το καπνεμπόριο, χρησιμοποιώντας έναν ιδιωτικό χώρο επί της οδού Σκαρλάτου Σούτσου ως αποθήκη. Οι Γερμανοί όμως το 1941 κατάσχεσαν ολόκληρο το περιεχόμενο της. Το 1945 ανανέωσε την άδεια παρασκευής τσιγάρων με την επωνυμία «Σιγαρέττα Όλυμπος» [3], αλλά τελικά το εργοστάσιο έκλεισε το 1955.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι από τον καιρό που ήλθαν οι πρώτες μηχανές αυτόματης παρασκευής τσιγάρων, μέχρι τον καιρό που άρχισε η εξαγορά των καπνοβιομηχανιών της Λάρισας, διευθυντής του καπνεργοστασίου ήταν ο Δ. Ροϊλός και από το 1926 είχε για βοηθό του τον Γεώργιο Ρολανάκη. Ο Ροϊλός ήταν αδελφός του μεγάλου ζωγράφου Γεωργίου Ροϊλού. Ο τελευταίος το 1929 έκανε στο καλλιτεχνικό εργαστήριο του φωτογραφείου Γεράσιμου Δαφνόπουλου έκθεση στη Λάρισα, η οποία αποτέλεσε μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός για την εποχή εκείνη[4].

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι σε μια γωνία της αυλής του χώρου του καπνεργοστασίου, που μέχρι το 1933 εξακολουθούσε να λειτουργεί γιατί υπήρχαν ακόμη Λαρισινές καπνοβιομηχανίες που έβγαζαν τσιγάρα, κτίστηκε ισόγειο οίκημα στο οποίο στεγάσθηκε το «Κέντρο Αυτομάτων Τηλεφώνων», η πρόδρομη μορφή του ΟΤΕ. Τριακόσιες συσκευές τοποθετήθηκαν τον Αύγουστο του 1934. Απ’ αυτές οι 200 κάλυψαν ιδιώτες συνδρομητές και 100 δημόσιες υπηρεσίες. Μέχρι τότε ιδιωτικά τηλέφωνα δεν υπήρχαν στη Λάρισα και από τις δημόσιες υπηρεσίες εξαίρεση αποτελούσαν η Νομαρχία και οι μεγάλες και μικρές στρατιωτικές μονάδες που είχαν δικό τους δίκτυο. Μεταπολεμικά, μετά τον διαχωρισμό των ΤΤΤ (Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο-Τηλεφωνείο) κτίσθηκε σε όλη την έκταση που καταλάμβανε το παλιό καπνεργοστάσιο, το σημερινό μεγάλο κτίριο του ΟΤΕ.

[1]. Τα ξυλόπηκτα ήταν κατοικίες με μια παρωχημένη δομική κατασκευή (τσατμάδες), στην οποία αρχικά κατασκευαζόταν ξύλινος σκελετός, στα διάκενα των οποίων τοποθετούσαν κλαδιά, καλάμια, λιθαράκια και άλλα υλικά, τα οποία επικαλύπτονταν με επίχρισμα.  

[2]. Την περίοδο εκείνη το 90% περίπου των καταναλωτών έκαναν λαθραία χρήση καπνού, σε τιμή κατά πολύ μικρότερη από εκείνη που πωλούνταν ο φορολογημένος καπνός. Το ίδιο συνέβαινε και στη λαθρεμπορία του τσιγαρόχαρτου.

[3]. Νούσια Αγλαΐα. Ένα πακέτο σιγαρέττων διηγείται, εφ. «Ελευθερία» φύλλο της 2ας Νοεμβρίου 1998.

[4]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 3ης Ιουνίου 1974.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου / [email protected] / εφημερίδα Ελευθερία

Ροή Ειδήσεων

geogreen