Αρχική Κοινωνία Τι μπορεί να καλλιεργηθεί στις διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας;

Τι μπορεί να καλλιεργηθεί στις διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας;

0
Τι μπορεί να καλλιεργηθεί στις διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας;

Τι μπορεί να καλλιεργηθεί στις διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας; Τι πρέπει να γίνει για να προστατευθούν οι καλλιέργειες από τα ακραία καιρικά φαινόμενα; Πώς θα βελτιωθεί η υγεία των εδαφών και πώς θα προστατευθούν οι εκτάσεις και θα βελτιωθεί η γονιμότητά τους; Τα δέντρα που πνίγηκαν στην περιοχή της Κάρλας θα δώσουν και πάλι παραγωγή και, αν ναι, πότε;

Γι’ αυτά και πολλά ακόμη θέματα παρουσιάζει τις προτάσεις του το Επιστημονικό Επιχειρησιακό Συμβούλιο της Εθνικής Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ) σε έκθεση για την επόμενη ημέρα της αγροδιατροφής στην Περιφέρεια Θεσσαλίας μετά την καταστροφή, που παρουσιάζεται σήμερα στην «Agrotica». Αρχικά προτείνονται η αποτύπωση των επιπτώσεων των ακραίων καιρικών φαινομένων, η εκτίμηση των κινδύνων που προκύπτουν και η διαμόρφωση ενός χάρτη ευαισθησίας ανά περιοχή. Παράλληλα θα πρέπει να χαρτογραφηθεί η υγεία των εδαφών ανά περιοχή και να γίνει αποτίμηση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, έτσι ώστε να προωθηθούν οι κατάλληλες καλλιέργειες μέσω των πολιτικών που θα εφαρμοστούν. «Είναι καθοριστικό τα μέτρα που λαμβάνονται από την κυβέρνηση να είναι μια επένδυση που θα στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της περιφέρειας και να μη δίνονται χρήματα που δεν θα πιάσουν τόπο ως επένδυση. Για παράδειγμα, τα 10.000 ευρώ για έναν αγρότη που έχει πάθει ζημιά 150.000 ευρώ είναι τίποτα, δεν μπορούν να τον βοηθήσουν να λύσει τα προβλήματά του. Χρειάζεται αλλαγή στην οπτική αντιμετώπισης των προβλημάτων», τονίζει ο κ. Μόσχος Κορασίδης, γενικός διευθυντής της Εθνικής Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών.

Η δενδροκομία
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της δενδροκομίας. Οι οπωρώνες που επλήγησαν στην περιοχή της Κάρλας, κυρίως αμυγδαλιές, μηλιές, φιστικιές, ακτινιδιές και ελιές, είναι αμφίβολο αν θα ξαναφυτευθούν. «Υπάρχει προηγούμενο ενδεικτικό παράδειγμα στη χώρα μας, όπου ένας παγετός κατέστρεψε σημαντικό μέρος της εγχώριας παραγωγής λεμονιών (2004) στην Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των παραγωγών να εγκαταλείψει την καλλιέργεια και έκτοτε η χώρα μας να είναι ελλειμματική σε λεμόνια», περιγράφεται στο σχέδιο για την ανόρθωση και την αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα στη συγκεκριμένη περιφέρεια. Τα οπωροφόρα δέντρα τα πρώτα έτη της ζωής τους παράγουν καθόλου ή ελάχιστους καρπούς. Συνεπώς, οι παραγωγοί εκτός από το κόστος αντικατάστασης των οπωρώνων θα πρέπει, στη συνέχεια, να περιμένουν μια χρονική περίοδο τουλάχιστον τριών ετών. «Οι παραγωγοί 50-55 ετών δεν θα επενδύσουν σε αυτό το είδος καλλιέργειας, άρα για να αποδώσουν περισσότερο τα χρήματα που δίδονται απαιτείται στοχευμένη οικονομική βοήθεια ιδιαίτερα στους νεότερους παραγωγούς. Σε συνδυασμό με κάποια μέτρα στήριξης τα πρώτα χρόνια έως ότου ανέβει η παραγωγή, θα μπορούσε να συνεχιστεί η δεντροκαλλιέργεια».

Παράλληλα, τα ζώα που θα αγοραστούν πρέπει να είναι κατάλληλα για το σύστημα εκτροφής που θέλει να ακολουθήσει ο κτηνοτρόφος και ιδανικά θα πρέπει να στηριχθούν οι ελληνικές φυλές. Ομως στον τομέα της αιγοπροβατοτροφίας τα πράγματα είναι δραματικά. «Στον Θεσσαλικό Κάμπο χάθηκαν 800 καθαρόαιμα πρόβατα καραγκούνικης φυλής – εγγεγραμμένα στα γενεαλογικά βιβλία (ο πραγματικός αριθμός είναι μεγαλύτερος).

Οι φωτιές της Μαγνησίας
Επίσης, από τις πυρκαγιές της Μαγνησίας χάθηκαν 1.200 καθαρόαιμα πρόβατα φυλής Γλώσσας Σκοπέλου (μια εκτροφή), που ο πληθυσμός τους πλέον μειώθηκε δραματικά», σημειώνεται στην έκθεση και τονίζεται ότι θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους κτηνοτρόφους για να επιλέξουν αυτόχθονες φυλές. «Θα μπορούσαν, επίσης, να χρηματοδοτηθούν συνεταιρισμοί και ομάδες παραγωγών για να ιδρύσουν αναπαραγωγικές μονάδες, με στόχο την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών τους», προτείνεται.

«Είναι και μια ευκαιρία για να σχεδιαστεί κάτι για την επόμενη ημέρα στην εν λόγω περιφέρεια – κάτι που θα προωθήσει την ανάπτυξη όχι μόνο της γεωργίας και της αγροδιατροφής, αλλά και της οικονομίας, της κοινωνίας και του οικοσυστήματος της Θεσσαλίας», τονίζεται στην έκθεση.

Πηγή: Εφημερίδα Καθημερινή