back to top
18.6 C
Trikala
Τρίτη, 16 Απριλίου, 2024
ΑρχικήOpinionsΤο 1821 μέσα από τα κείμενα των πρωταγωνιστών του

Το 1821 μέσα από τα κείμενα των πρωταγωνιστών του

Σχετικά Άρθρα

Έκρηξη σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στον Βόλο

Ισχυρή έκρηξη σημειώθηκε το βράδυ της Δευτέρας στις 11.30...

Καιρός – Κολυδάς: Πτώση της θερμοκρασίας άνω των 10°C τις επόμενες ημέρες – Η τάση για το Πάσχα

Σταδιακή πτώση της θερμοκρασίας θα σημειωθεί τις επόμενες ημέρες στη χώρα,...

Οδηγίες για να έχεις πάντα δουλειά – Τα επαγγέλματα του μέλλοντος στην Ελλάδα

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις πλησιάζουν και ένα από τα θέματα το οποίο...

Βρέθηκε ζωντανή η αγνοούμενη γυναίκα στο Καρποχώρι Καρδίτσας

Ζωντανή βρέθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα από το Καρποχώρι που...

Ημ/νια:

Ο πανηγυρικός της ημέρας που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Βησσαρίωνος Πύλης στις 25 Μαρτίου 2024 από τον στρατηγό Νικόλαο Ιωάν. Παπαγεωργίου

Σεβαστοί Πατέρες.

Άρχοντές μας.

Κυρίες και κύριοι.

Αγαπητά μας παιδιά.

Μεγάλη μέρα η 25η Μαρτίου

Σαν σήμερα πέρυσι κάπου, κατά τη διάρκεια της παρέλασης τραγουδούσε η αείμνηστη Σοφία Βέμπο το τραγούδι της, «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του».

Σάστισα, αισθάνθηκα ένοχος σαν μεγαλύτερος και υποτίθεται γραμματιζούμενος, γιατί δεν φρόντισα να ενημερώσω τους μπερδεμένους συνανθρώπους μου, για το ποιοι έκαναν την επανάσταση. Βεβαίως όχι οι ήρωες του 1940, όπως μας λέει το τραγούδι της μεγάλης Σοφίας Βέμπο που προανέφερα, αλλά οι ήρωες του 1821.

Είναι η ώρα τώρα να δώσουμε το λόγο σε μερικούς για να μας πουν οι ίδιοι: Ποιοι έκαναν την επανάσταση, γιατί επαναστάτησαν, τι στηρίγματα είχαν.

Ξεκινάω από τον Γέρο του Μωριά, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάμαμε την επανάσταση διότι ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, την καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει την δύναμη την ιδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα που ενικήσαμε επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε θέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα».

Και συνεχίζει: «Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήταν μια τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό και τον κριτή και τον φροντιστή και να τον φεύγουν κάθε μέρα και πάλι να έρχονται. Να βαστάει ένα στρατόπεδο με ψέματα, με κολακείες, με παραμύθια. Να του λείπουν ζωοτροφές και πολεμοφόδια και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός».

Ο Μακρυγιάννης είχε ακράδαντη την πεποίθηση ότι ο θεός συμπαραστέκεται στον δίκαιο αγώνα των Ελλήνων. Περίφημη παρέμεινε η απάντηση που έδωσε στον Δεριγνύ:

«Εκεί οπούφκιανα τις θέσεις ήρθε ο Ντερνύς να με δει. Μου λέγει: Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; Του λέγω: Είναι αδύνατες οι θέσεις όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει».

Ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος για τα αίτια της επαναστάσεως.

«Η αληθινή αιτία είναι η απελπισία των Ελλήνων, οίτινες κλεισθέντες ολόγυρα υπό των τυράννων, εκάστην ημέραν εκαταδιώκοντο απ’ αυτούς, διά της αρπαγής των πραγμάτων των, της ατιμώσεως των, της σφαγής, της αγχόνης. Η δε απελπισία αυτή και ο φόβος περί της μελλούσης, φυσικής υπάρξεώς τους εγέννησεν εις τους Έλληνες την απόφασιν της επαναστάσεως».

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παρακινώντας τους Γαλαξιδιώτες να επαναστατήσουν λέγει: «Τι την θέλουμε βρε αδέλφια αυτήν την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε από κάτω στη σκλαβιά και το σπαθί των τούρκων να ακονιέται στα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μας απόμεινε; Αι εκκλησίαι μας γενίκανε τζαμιά και αχούρια και αι φαμελιαίς μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και τη διάκριση των τούρκων. Στ’ άρματα αδέλφια ή να ξεσκλαβωθούμε ή να πεθάνουμε».

Στην εμπνευσμένη προκήρυξη του ο Υψηλάντης άρχιζε με την αθάνατη προτροπή:

«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Και συνέχιζε: «Είναι καιρός να αποτινάξουμε τον αφόρητον τούτον ζυγόν. Να απελευθερώσουμε το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν και ούτω να εκδικήσωμεν την πατρίδα και την ορθόδοξον ημών πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν».

Μελετώντας τα απομνημονεύματα του αγωνιστή Σπύρου Μήλιου από τη 2η πολιορκία του Μεσολογγίου διαβάζουμε στη 2η σελίδα:

«Η εισβολή τόσον πολυάριθμου εχθρού εικόνιζεν ένα ποταμόν, όστις εκ της πλημμύρας χύνεται και ορμών αφανίζει ότι του παρουσιασθεί ομπρός του».

Ποιος όμως θα μείνει ασυγκίνητος από τις λιτές γραμμές ενός επικού μεγαλείου που μας δίνει παρακάτω ο Κασομούλης;

Ίσως γιατί και αυτός ήταν ένας της φρουράς του Μεσολογγίου: «Αξιωματικοί και στρατιώται, αμίμητοι διά την καρτέριαν, αμίμητοι διά την αφοβίαν, αμίμητοι διά την κακοπάθειαν και τους κόπους, αμίμητοι δια την ομόνοιάν των τότες, δεν ήξευρε με τι να τους παρομοιάσει κανείς. Ημπορούσες να τους παρομοιάσεις με τα πλέον άγρια ζώα, τα πλέον τρομερά και σκληρά την ώρα του πολέμου με τους εχθρούς και τους αγγέλους εις τας αναμεταξύ των σχέσεις. Παύοντας ο δραστήριος πόλεμος, εδιηγείτο καθείς τα παράξενα της συμπλοκής. Άλλος εδώ εγελούσεν, άλλος εκεί λαλούσε τη φλογέρα, άλλος ετραγουδούσε, άλλος εχόρευε και επειδή οι τούρκοι ήταν τόσο πλησίον και τα άκουγαν λύσσιαζαν περισσότερο από την μανία των».

Ο Αδαμάντιος Κοραής στο πολεμιστήριο σάλπισμά του γράφει: «Η ελευθερία, ω έλληνες αποκαταστεί γλυκείαν την ζωήν, αυτή γεννά διαυθυντευτάς, αυτή νομοδοτάς, αυτή εναρέτους, αυτή σοφούς, αυτή μόνο τιμά την ανθρωπότητα».

Απευθυνόμενος προς τους αγωνιστές γράφει: «Η διχόνοια έκαμεν ολίγον κατ’ ολίγον τους μεγαλοψύχους Έλληνας μικροψύχους, κατέστησε τους σοφούς άφρονες, έδιωξε από τας καρδίας των την αγάπην της πατρίδος και έβαλεν εις τον τόπον αυτόν την αγάπην των ηδονών και του πλούτου».

Και στον ναύαρχο της Ύδρας Τομπάζη «Έπειτα τι άλλο δύναμαι να σου είπω πλειότερον παρά παιδείαν, παιδείαν και πολλάκις παιδείαν. Μόνη η παιδεία έχει να θεραπεύση τας κοινάς του ταλαίπωρου ημών έθνους δυστυχίας».

Από τα καλοκινήματα του Αθανασίου Ψαλίδα διαβάζουμε: «Λοιπόν αδελφοί μου ομογενείς! Εξυπνήσατε μίαν φοράν από το βαθύ ύπνον και πολυχρόνιον. Ανοίξατε τους οφθαλμούς σας και ίδετε το λαμπρό φως του ήλιου. Στοχαστείτε τίνος απόγονοι είσθε και πως κατεστάθητε εις τί αθλίαν κατάστασιν αμαθείας και βαρβαρότητος ήλθετε».

Και ο Κων/νος Οικονόμου εξ Οικονόμων στον προτρεπτικό του λόγο προς τους αγωνιστές γράφει μεταξύ άλλων:

«Η γενναιότης και η επιμονή σας θέλει θερμάνει και την πολιτικήν της Ευρώπης και θέλει την δυσωπήσει τέλος ή να σεβαστεί και υπερασπιστεί τα δίκαιά σας ή και να κλαύσει φιλανθρώπως τον εύδοξόν σας θάνατον».

Κοντά στον ελληνικό λαό και για τα δίκαια τους αγωνίστηκαν και ξένοι φιλέλληνες και το έθνος δικαιολογημένα τους μύρωσε με της ευγνωμοσύνης το θυμίαμα.

Ο Λόρδος Βύρων έγραψε τους παρακάτω στίχους:

«Οι νεκροί ξύπνησαν, πρέπει εγώ να κοιμηθώ;

Πολεμούν τους τυράννους, εγώ πρέπει να μένω ζαρωμένος;

Oι καρποί ωρίμασαν, αλλά πρέπει να σταματήσω για να δρέψω!

Δεν κοιμούμαι. Ένα αγκάθι είναι στο προσκέφαλο μου.

Μια σάλπιγγα καθημερινώς ηχεί στ΄ αυτιά μου και η ηχώ της στην καρδιά μου».

Έγραψε ο ιστορικός Αμβρόσιος Φραντζής:

«Και ηγεμόνες και Πατριάρχαι και Μητροπολίται και Επίσκοποι και πρωτοσύγκελοι και Διάκονοι και Ηγούμενοι μοναστηριών και πρεσβύτεροι και Μοναχοί, άρχοντες, προεστώτες, έμποροι, δημογέροντες, τεχνίται μέχρι και αυτού του ποιμενικού υπηρέτου, επερίμενον την στιγμήν καθ’ ην έμελλε να εκφραγεί η κατά των τυράννων των αποστασία».

Και ο Δημήτριος Αινιάν στα απομνημονεύματά του.

«Ταύτα εκθέσαντες αφήνομεν προς γνώσιν των μεταγενέστερων παρά των οποίων δεν ζητούμεν τινά ανταμοιβήν.

Διότι δεν επράξαμεν παρά το προς την πατρίδα χρέος. Επιθυμούμεν όμως και παρακαλούμεν αυτούς, την με τοιαύτας θυσίας και δάκρυα αναστηθείσαν Ελλάδα, να την υψώσωσιν εις την πρώτην της λαμπρότητα και ευδαιμονίαν, διά της σοφίας ευνομίας και ανδρείας».

Σεβαστοί πατέρες, Άρχοντες μας, Κυρίες και Κύριοι, αγαπητά μας παιδιά.

Τα κείμενα που προανέφερα αποτελούν πολύ μικρό δείγμα της τεράστιας, σχετικής με το 1821, βιβλιογραφίας. Είναι κείμενα αυθεντικά υπογραμμένα με θυσίες και αίμα. Ένα-ένα και όλα μαζί αποτελούν το εθνικό Ευαγγέλιο του Ελληνισμού. Μια βαθειά και προσεκτική τους μελέτη οδηγεί στην διαπίστωση πως ο επικός αγώνας του 21 υπήρξε πανεθνικό και παλλαϊκό δημιούργημα ενός αδούλωτου και υπερήφανου λαού που ξεσηκώθηκε να γκρεμίσει τα κάστρα του τυράννου. Κρατούμε ως δίδαγμα τα φρικτά βασανιστήρια με τις διαιρέσεις, το φθόνο, τις ατομικές φιλοδοξίες, τα πείσματα και συνειδητοποιούμε πως σήμερα επιβάλλεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά ένωση των δυνάμεων και ομοψυχία, για να μπορέσει το έθνος να αποφύγει επικίνδυνες περιπέτειες.

Χρέος μας είναι να προσερχόμαστε και να προσκυνούμε ευλαβικά το ανεπίγραφο κενοτάφιο εκείνων που «δικαιούνται το παν γιατί αρκούνται στο τίποτα» και γιατί στην «ιστορία τα στερνά τιμούν τα πρώτα».

Σας ευχαριστώ

Ροή Ειδήσεων

geogreen
Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο